θυρανοίκτης

θῠρᾰνοίκτης, ου, ,
A door-opener, A.D.Synt.324.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρανοίκτης — θυρανοίκτης, ὁ (Α) αυτός που ανοίγει τη θύρα ή τις θύρες. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρα + ανοίκτης (< ανοίγω), πρβλ. επ ανοίκτης, μητρ ανοίκτης] …   Dictionary of Greek

  • θυρανοίκτης — door opener masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρανοίκτας — θυρανοίκτᾱς , θυρανοίκτης door opener masc acc pl θυρανοίκτᾱς , θυρανοίκτης door opener masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρανοίξια — θυρανοίξια, τὰ (Μ) [θυρανοίκτης] τα εγκαίνια («τὰ θυρανοίξια τοῡ ναοῡ») …   Dictionary of Greek

  • θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.